Καλώς Ήλθατε!

Το παρόν ιστολόγιο έχει ως σκοπό την προβολή της ποίησης, έχοντας για οδηγό την προσωπική μου αγάπη. Επίσης δημιουργήθηκε με την επιθυμία της ανταλλαγής απόψεων και την επικοινωνία ανθρώπων με κοινά πάθη και ανησυχίες. Η όλη ιδέα της δημιουργίας αυτού είναι να δοθεί βάρος ιδιαίτερα στον ελεύθερο στοχασμό.

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

19/1/18:

Βοήθησε με φως, γλυκιά μου
νέα υπέροχη ζάλη
Να γίνουν τα συντρίμμια μου
ο εαυτός μου και πάλι

Κράτησε με συ απαλά
μοιάζω απόδημος ξένος
Που γυρνά στους δρόμους δειλά
ζει των ανθρώπων το μένος

Να σε πάρω να φύγουμε
στων ονείρων μας τα μέρη
Βιάσου, δεν θα ρωτήσουμε
το αύριο τι θα μας φέρει

Βοήθησε με, αυταπάτη
να γίνω κι εγώ ζωγραφιά
από χέρια λεπτά στην ακτή
που δεν θα βαστούνε καρφιά

Κράτησε με όταν ο Ήλιος
για εμάς θα ανατέλλει
Είναι ο μόνος μας φίλος
που το καλό μας θα θέλει

Να σε πάρω να φύγουμε
στων ονείρων μας τα μέρη
Βιάσου, δεν θα ρωτήσουμε
το αύριο τι θα μας φέρει

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

15/1/18:

Πες μου μόνο μια αλήθεια
αγάπη μου, να σου αφεθώ
Μου έγινε πια συνήθεια
το ψέμα να ακολουθώ

Πες μου για μένα τι νιώθεις
καθόλου μην με φοβάσαι
Κράτα μου το χέρι να μη χαθείς
στη ζωή το φως μου θα' σαι

Χάρη στον έρωτα, γινόμαστε
αυτό που όλοι μας φοβόμαστε
Ελεύθεροι και ριψοκίνδυνοι
σαν αθώα παιδιά ανεύθυνοι

Δώσε μου μια υπόσχεση
όμορφη μικρή στιγμή μου
Δεν είναι απλή υπόθεση
να γέρνεις πάνω στο κορμί μου

Δώσε μου κάποια ελπίδα
τρυφερά να την κρατήσω
Έψαχνα πάντα πατρίδα
την φύση της να αγαπήσω

Χάρη στον έρωτα γινόμαστε
αυτό που όλοι μας φοβόμαστε
Ελεύθεροι και ριψοκίνδυνοι
σαν αθώα παιδιά ανεύθυνοι

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

11/1/18:

Οι παλιοί μας έρωτες
πικρές, σύντομες σχέσεις
Νύχτες αζημίωτες
στα χείλη υποσχέσεις

Στεγνή λέξη το αντίο
Ξερά χέρια μες το κρύο

Είμαστε πάντα μόνοι
σε όλη μας τη ζωή
Άθλιοι, ανάξιοι γόνοι
μια μίζερη προσευχή

Μοιάζει με στίγμα θανάτου
ο έρωτας στο άγγιγμα του

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

5/12/18:

Αγάπη σημαίνει δεν εγκαταλείπω τον αγώνα
στην πρώτη ουσιαστική δυσκολία!
Δεν ξεστομίζω λόγια σπουδαία με μεγάλη ευκολία!
Δεν κοιτάζω στα μάτια τον άλλο
με αυτό το εκφραστικό βλέμμα
και ύστερα του γυρνάω την πλάτη
σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή μου!
Αγάπη δεν σημαίνει να ξεχνάω τις στιγμές
ακόμη και αν με αυτόν τον τρόπο
τον πόνο της απώλειας θέλω να μετριάσω!
Και πως ακόμη και το χρόνο τον λογαριάζω
με τη σημασία της σπατάλης
για εκείνον που μπήκε στη ζωή μου!
Δεν σημαίνει πως έτσι στα ξαφνικά
σταματάω να νοιάζομαι τον άνθρωπο
που κάποτε το κρεβάτι του μοιράστηκε μαζί μου!
Αγάπη δεν είναι η παροδική αίσθηση ευτυχίας
η εκπλήρωση μιας ακόμη ανάγκης
Είναι το να φιλάς τις φωτογραφίες
με τη θρησκευτική ευλάβεια ενός πιστού
που βλέπει στην εικόνα σου
τη μορφή του ιδανικού του!
Αγάπη είναι η αίσθηση της απώλειας
με την έντονη θλίψη ενός θανάτου!
Η παρατεταμένη αίσθηση κενότητας
η ανημποριά που τη ζωή σκοτώνει!
Αγάπη είναι να υιοθετείς τη συμπεριφορά
και τις συνήθειες εκείνου που σου λείπει
για να μην νιώθεις μόνος!
Να παρατηρείς σχολαστικά τα πρόσωπα
που συναντάς τυχαία στους δρόμους της μεγαλούπολης
Με την ελπίδα μήπως αντικρίσεις
τα μάτια εκείνα που σου λείπουν!
Αγάπη είναι η αίσθηση της απώλειας του Εγώ
χωρίς τη λύπη της εγκατάλειψης του κόσμου!
Είναι η αρχή της άγνωστης χαράς
το σπάραγμα των χειλιών σου
για τον ερχομό ενός άλλου στη ζωή σου!
Αγάπη σημαίνει να γράφεις περισσότερο
όταν το πλήρωμα του χρόνου
το νιώθεις σαν κόψιμο από μαχαίρι
πάνω στο στήθος σου
που στόχευε στο μέρος της καρδιάς!
Παρά όταν θεωρούσες δεδομένη τη στιγμιαία ευτυχία
τόσο σύντομη σαν ένα αστέρι που έλαμψε για λίγο
και κατάφερε όμως τα μάτια σου να κάψει
όταν το κεφάλι σου έστρεψες ψηλά
για να διαπιστώσεις το πόσο σύντομα πέρασε
από τον δικό σου προσωπικό ουρανό
το θαύμα της ζωής!
Εκείνον τον ουρανό που κάποτε
μονάχος σου κοιτούσες!

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

1/12/18:

Αχ θάλασσα μου, μια ιστορία θέλω να σου πω
για μια κοπέλα, που έψαχνε μια σταθερή στεριά
Ζητούσε στα πάντα έναν γνώριμο, απλό σκοπό
και ήμουνα σπασμένη βαρκούλα στην ακρογιαλιά

Αχ θάλασσα μου, τις μοναχικές νύχτες σε κοιτώ
βλέπω τα μάτια της, καθρεπτίζονται στα νερά σου
Αλλά με διχάζουν, όταν μου ζητάνε να σχιστώ
Αγάπη, στάζω αίμα, πάνω στα άγρια φτερά σου

Κοιτάζω τον ξάστερο ουρανό για απαντήσεις
ψάχνω τα αστέρια μου, που παρέμεναν θλιμμένα
Σου ζητώ μονάχα, νοσταλγικά να μου φιλήσεις
τα παιδικά μου όνειρα που πέθαναν για σένα

Κοιτάζω μπροστά το μέλλον μου ώστε να διασώσω
την ουσία που δεν βρήκα ποτέ στο άρωμα σου
Για να αφεθώ, να μην διστάσω και να ενδώσω
όπως έκανα σε κάθε εύκολο βούρκωμα σου


Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Κ.Γ.Καρυωτάκης - Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ’ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια—ω αγαπούλες!—
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ’ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σαν να μου γελάνε.

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

28/12/17:

Μου λέγανε: τι τους θές τους έρωτες;
Κοίταξε εσύ καλά να περνάς
να νιώθεις το γυναικείο κορμί
και τα φιλιά σου να σπαταλάς
για να έχεις μια πραγματικά γεμάτη ζωή!
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: Αυτό που ζητάς
μπορείς πάντα να το έχεις
Αν διεκδικείς μόνο τότε θα είσαι κερδισμένος
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: Άφησε τα βιβλία
κοίταξε να παντρευτείς
κέρδισε κι εσύ το δικαίωμα
στην τεμπελιά των συμβιβασμένων
στων δίχως νόημα και ουσία
περιττών ασθενειών του μυαλού
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: κλείσου στο σπίτι
να έχεις σύζυγο και παιδί
αυτή είναι η μόνη ουσία στη ζωή!
Ήξερα πολύ καλά όμως
πως για όλους αυτούς
ο έρωτας δεν υπήρχε στη ζωή τους
επειδή είχαν χάσει την πίστη τους!
Κι αν όλοι τους έμοιαζαν κοινότοποι
η αλήθεια που δεν παραδέχονται σχεδόν ποτέ
είναι πως ήντουσαν απογοητευμένοι
από τις παλιές τους νεανικές αγάπες!
Κουρασμένοι πια από τη θλίψη του πόνου
ζητούσαν την ασφάλεια και την ηρεμία
που μονάχα ένα ζεστό σπίτι
θα μπορούσε να τους προσφέρει
Ζητούσαν πλέον μονάχα την καθημερινότητα
των υποχρεώσεων για να τους γεμίζει το χρόνο
και την φθηνή ανούσια διασκέδαση
πίσω από μια τηλεόραση ή έναν υπολογιστή
Μου λέγανε να μην κοιτάζω τη θάλασσα τις νύχτες
για να καταφέρνω να πατάω γερά τις ημέρες!
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Οι σκέψεις μου ταξίδευαν σαν πλοία
προς τις άγνωστες χώρες των ονείρων μου!
Δεν μου ταιριάζει η σταθερότητα της στεριάς
επειδή η ακινησία σκοτώνει τη Ζωή!

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Διονύσης Καψάλης - Μέρες αργίας (1995)

I. 
Μέρες αργές, και πιο αργές του Οκτωβρίου 
αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω 
μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο, 
με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου. 

Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου, 
χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω 
παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο, 
κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου, 

κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα 
άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του 
απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα· 

κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα, 
όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα, 
καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου. 

ΙΙ. 
Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις, 
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν· 
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν 
κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις. 

Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία, 
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο 
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω 
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία. 

Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου, 
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου, 
θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει· 

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου, 
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου, 
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει. 

ΙΙΙ. 
Κάποτε θα 'φτασα ψηλα στην ομορφιά· 
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει 
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει 
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά. 

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε: 
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι, 
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι, 
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε. 

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει, 
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί· 
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει, 

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή, 
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει 
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή. 

ΙV. 
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες, 
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη, 
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει 
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες. 

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει, 
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του, 
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου, 
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει. 

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει 
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου, 
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα· 

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του 
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει 
πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα. 

V. 
- Αλλοτε θα 'παιρνες αργόπλοα τα χρόνια 
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι· 
θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι, 
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια. 

Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου 
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους 
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους 
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου. 

- Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω, 
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες 
τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω· 

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες, 
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες, 
μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω. 

VΙ. 
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες 
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή 
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί 
σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες, 

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες 
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί· 
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί, 
οι τελευταίες - σ' ένα βύθισμα - καντρίλιες. 

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει, 
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί· 
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ 

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι, 
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί 
τη δόξα όλη να 'χει φύγει και τη χάρη. 

VΙΙ. 
Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει 
κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια· 
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια 
θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει. 

Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει 
θαμπές μορφές απ' το βιβλίο των νεκρών, 
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών, 
μ' ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει. 

Να 'ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής, 
να 'ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη 
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής; 

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη, 
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής 
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι. 

VΙΙΙ. 
Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου 
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας· 
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας 
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του. 

Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων 
μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας, 
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας 
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων. 

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου, 
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει 
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει, 

είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση 
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου 
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει. 

ΙΧ. 
Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι, 
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου· 
μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου, 
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι. 

Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει, 
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου; 
γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου 
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει. 

Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου, 
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη, 
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει 

όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου· 
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει, 
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου. 

Χ. 
Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι 
δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή· 
κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί, 
για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει. 

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη, 
πως μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς 
στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς, 
και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει. 

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης, 
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών, 
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις, 

ο αφανής των κοσμημένων ημερών, 
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας, 
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παριάς. 

ΧΙ. 
Σου γράφω μέσ' από παράθυρα κλειστά, 
εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω· 
κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω 
αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά; 

Σου γράφω ξέροντας, τα λόγια λιγοστά, 
κλεισμένα βλέφαρα, σβησμένα μάτια - έξω 
βραδιάζει δίχως αυτουργούς· σε τι να φταίξω, 
ένας σωρός θλιμμένη σάρκα και οστά; 

Μαντεύω πάνω μου το σχήμα τ' ουρανού, 
και στο δωμάτιο πλανάται κάποιος πόνος: 
είναι δικός μου, είναι μήπως αλλουνού; 

Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως, 
Αγνή, Νάστια, Καρένινα, μαντάμ Αρνού. 
Ποτέ δεν έμαθα να ζω τελείως μόνος. 

ΧΙΙ. 
Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία, 
εκεί που έδυε το φως των ουρανών, 
κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν, 
ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία. 

Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία, 
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών· 
μ' όλο το άφωνο βάρος των αδρανών 
μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία. 

Αχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου· 
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ, 
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου. 

Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα, 
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer, 
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα. 

ΧΙΙΙ. 
Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες, 
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες, 
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες, 
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες. 

Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες 
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες· 
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες, 
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες. 

Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει, 
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων, 
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη 

που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι, 
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων, 
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι. 

ΧΙV. 
Κι ο ουρανός προς τι τον άρρωστο καιρό, 
στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν; 
Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν 
εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό. 

Κι αυτός ο κόπος της ζωής που καρτερώ, 
κι η τόση πρόγνωση εκείνων που δεν ξέραν; 
Όσα ποιούμε κατ' εικόνα ημετέραν 
και θα μιλούσαν, μια φορά κι έναν καιρό; 

Ο μέγας θόλος ένα βύθισμα θανάτου, 
ήλιοι, πλανήτες, νεφελώματα που σβήσαν, 
και γαλαξίες μακρινοί τα όνειρά του. 

Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη, 
μέσα στο έναστρο στερνό του παραμύθι, 
κι όλα τα πράγματα θα μείνουν όπως ήσαν. 

ΧV. 
Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του 
κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο· 
μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω 
κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου. 

Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου, 
να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο· 
θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο, 
εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του. 

Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του, 
ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει, 
σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου· 

πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι, 
επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει 
ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.

Το απόσπασμα ΙΧ. έχει μελοποιηθεί από τα Διάφανα Κρίνα

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

22/12/17:

Θέλω να σου μιλήσω φίλε μου
για τη μοναξιά του ερωτευμένου!
Εκείνου που περιμένει ένα τηλέφωνο
μα ποτέ δεν τον καλούν!
Εκείνου που περιμένει ένα μήνυμα
που ποτέ δεν του στέλνεται!
Εκείνου που κοιμάται μόνος του
και αγκαλιάζει το σώμα του
για να φανταστεί πως αγκαλιάζει ένα άλλο!
Εκείνου που σφίγγει το μαξιλάρι
με όλη του τη δύναμη στις γροθιές του
Εκείνου που κοιμάται σε εμβρυακή στάση
επειδή νιώθει απροστάτευτος
Εκείνου που εξαπατήθηκε
από λόγια μεγάλα, τόσο πιστευτά!
Εκείνου που πρόσμενε να αντικρίσει μια ανατολή
Την ανατολή του προσωπικού του Ήλιου!
Εκείνου που ξενυχτά γράφοντας ακόμη
για εκείνη που αγάπησε με όλη του τη δύναμη
Εκείνου που ξυπνά νωρίς, επειδή η νύχτα του
ήταν τόσο άδεια, όσο ποτέ του δεν είχε νιώσει!
Εκείνου που τα όνειρα και οι προσδοκίες του
καταποντίστηκαν από την πρακτικότητα της ζωής!
Εκείνου που σπαταλά τη ζωή του
εισπνέοντας το διοξείδιο του άνθρακα
των υπολοίπων, αλλά επιθυμεί το οξυγόνο
Εκείνου που συνεχίζει να αντιστέκεται
στις εύκολες σαρκικές απολαύσεις
και στις εφήμερες σχέσεις από ανάγκη και μόνο
Εκείνου που δεν διστάζει να κάνει φανερές
τις αδυναμίες του, και τα λάθη του
Εκείνου που εξιδανικεύει την ομορφιά
και τις εκφράσεις των γυναικείων προσώπων
Εκείνου που το πάθος του είναι η μεγαλύτερη Αρετή του
και οι πράξεις του η μεγαλύτερη καταδίκη του!
Εκείνου που θέλει να πιστεύει ακόμη
στην ύπαρξη του Έρωτα!
Τελικά δεν υπάρχει Έρωτας
για τον ίδιο λόγο που δεν υπάρχει και Θάνατος!

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

18/12/17:

Οι ποιητές είναι φτιαγμένοι από τα υλικά των άστρων! Γι' αυτό με φλόγα πάντα μοιάζει η ζωή τους!